Ο θεούσος.
Όρος που περιγράφει
χριστιανοσλάνγκ φαινόμενο. Είναι το αρσενικό του
θεούσα, οπότε μιλάμε για θεοσεβούμενο
αγριοχρίστιανο/
χριστιανοταλιμπάν.
Α-Χρησιμοποιείται συχνότατα ως
Argumentum ad hominem για να υπονομευθεί η αξιοπιστία δημοσίου προσώπου. Στοχεύονται ως θεούσοι όχι μόνο οι συνήθεις ύποπτοι δεξιοί και ακροδεξιοί πολιτικοί, αλλά και επαναστάτες που ήταν θεούσοι στα νιάτα τους, λ.χ. μέλη θρησκευτικών οργανώσεων, και
μαρξορθόδοξοι, και αριστεροί που τυχαίνει να συμπέσουν με απόψεις της Εκκλησίας, λ.χ. κατά της παγκοσμιοποίησης, υπέρ της τοπικής ιδιαιτερότητας, κατά του νεοφιλελευθερισμού
και ταλιμπάν. Επίσης, ως θεούσοι λοιδωρούνται καλλιτέχνες με
reborn στρεϊτάδικο υφάκι που ανένηψαν από ναρκωτικά χάρη στον
τζίζα και τα ρέστα παγωτά.
Β-Ο συντηρητικός, συμβατικός στο
σεχ. Και εδώ υπάρχει μια εύκολη ταμπελοποίηση ως θεούσου σε όποιον αρνηθεί κάτι
κίνκι.
Γ-Φαινόμενα
χριστιανοτρόλ και
e-λληναράδων που καταγγέλλουν ό,τι ανταλαμβάνονται ως δίχτυα του εξαποδώ στα
διαδίχτυα. Ο θεούσος χρήστης του Διαδικτύου κάνει μπαμ από μακριά, όπως φαίνεται στο τελευταίο παράδειγμα, καθώς είναι συχνά
φωνακλάς,
αρχαιόκαυλος και
πολυτονιστής και άλλοτε άκων άλλοτε εκών
τρολιάζει ασύστολα.
Το σημαντικό με τον θεούσο είναι ότι προκύπτει από το θηλυκό
θεούσα, άρα είναι κατά βάση μεταφορά ενός θηλυκού τύπου στο αρσενικό (ο Θεός να τον κάνει!). Είναι, για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Jeanoir για τους φιλόλογους, «κάποιος που μοιραία έχει αναπτύξει τις θηλυκές πτυχές της προσωπικότητάς του».
Ο
αναγεννησιακός θεούσος είναι συχνά απελπιστικά πλαδαρός, θηλύγλωττος,
τοιουτιέν, πάσχων από οξεία
κλαψομουνίαση, υποχόνδριος, υστερικός και με πολλά αισθήματα αυτομεμψίας. Φροντίζει να κάνει μια δουλειά με λίγες υποχρεώσεις, λ.χ.
δημόσιο φορέβα, ώστε να του μένει αρκετός χρόνος να γίνεται
γκομενοφύλακας σε μια
οικοδομή από θεούσες, με τις οποίες πάνε μαζί στις αγρυπνίες και με τις οποίες μοιράζεται το ίδιο πάθος για τον παπά που οργανώνει τα τοιαύτα χάπενινγκς. Στον παπά αυτόν τηλεφωνεί συνέχεια στο κινητό για να κάνει καθημερινό
update των αμαρτωλών λογισμών του. Αν τον βαρεθεί ακόμη κι ο παπάς, τότε εξομολογείται τις αμαρτίες στον αυτόματο τηλεφωνητή. Στα πνευματικά χάπενινγκς, η συντριπτική πλειοψηφία είναι γυναίκες, και ο θεούσος είναι μια μοναχική ανδρική παρουσία, πολύ ευαίσθητη, οπότε είναι μια παρέα που παρηγορεί τις παντρεμένες από τις θεούσες για την σκληρότητα των ανδρών τους, που δεν τις ακολουθούν στις θείες ηδονές. Το ίδιο και στις προσκυνηματικές εκδρομές, όπου ο θεούσος αναδεικνύεται σε μέγιστο
θεουσοβοσκό***. Στην απίθανη περίπτωση που ο θεούσος είναι παντρεμένος, τότε χρησιμοποιούμε την έκφραση για να χαρακτηρίσουμε κάποιον ο οποίος δεν ικανοποιεί σεξουαλικά την γυναίκα του.
Πρόκειται, λοιπόν, αφετηριακά για διαφορετική
χριστιανόφατσα και διαφορετικό τύπο θρησκευτικού ζήλου από τον αγριότερο αγριοχρίστιανο ή από το
κομιλφό παιδί του κατηχητικού, αν και δεν αποκλείεται καθόλου ο θεούσος να υπεραναπληρώσει εβέντουαλjυ τα αισθήματα μειονεξίας του με την
βία του ιερού, που λέει κι ο René Girard.
Βέβαια συνήθως δεν γίνεται αυτή η λεπτή περιπτωσιολογία και ως θεούσος χαρακτηρίζεται γενικά ο αγριοχρίστιανος, ή ακόμη και ο ήμερος τοιούτος΄.
*** Ο θεουσοβοσκός ή μπαζοβοσκός ή κάποιος συχωριανός μας:
Υποκατηγορία της γενικότερης έννοιας μουνοβοσκός. Είναι ο άντρας που είναι περιτριγυρισμένος από πολλές γυναίκες αλλά τελικά μένει μόνο στα λόγια και ποτέ δεν προχωράει στα έργα. Έτσι, είναι ο καλύτερος φίλος των γυναικών και ο καλύτερος σύντροφος για τις δύσκολες ημέρες (όπως και οι σερβιέτες). Εκείνο που τον ξεχωρίζει από το μουνοβοσκό είναι η ποιότητα του εμπορεύματος η οποία ως επί το πλείστον είναι για τα μπάζα.
Οπότε κατά μια άποψη καλύτερα που μένει μόνο στα λόγια [με το πουλί στο χέρι].